Tuesday, 10 April 2012

5 Great Rockers You've Never Heard Of


You know what my favorite part of being a music geek is? It's discovering a great artist, or a great record, that nobody's ever heard of, and having an opportunity to inform the world of their greatness.

I've done it before on this blog too, I've raved about Laito Lychee and about Charlie Terrell, but since everyone loves lists, I think it's about time I put together a Top-5 of relatively unknown rock 'n' roll guys I love and wish the whole world loved too. So here it goes.



5. Barrence Whitfield
Wow! The guy's a real rock 'n' soul screamer in the Little Richard tradition and his band, The Savages, is SMOKING HOT. Check out any of his albums (personal favorite: "Ow! Ow! Ow!", 1987), and if you don't get up and dance, then most likely you're already dead.

4. Charlie Terrell
There's a whole blog post dedicated to this guy, so there's no point in repeating the same stuff. If you've never heard of him and you love rock, blues, Bob Dylan, Van Morrison, and all things southern, then you gotta check him out. I love Charlie, and you'll love him too.






3. J.D.Wilkes
This guy's the frontman for the Legendary Shack Shakers, the best punk blues band ever. On stage he's a lunatic, sort of like a cross between Iggy Pop and Jerry Lee Lewis, and his band will kick your ass. Bigtime. Their fourth album "Pandelirium" is one of the top-10 albums of the 21st century, real talk.






2. Mike Doughty
OK, now it's time to go all intellectual on your ass. Soul Coughing was an amazing band, but a bit too weird for mainstream tastes. Mike Doughty's ironic stage presence and strange storytelling made me fall in love with the band, and this particular song is still one of my all-time favorites, it makes me want to buy a set of bongos and write beat poetry:






1. Chuck E. Weiss
Chuck's not a guy, he's a novel waiting to be written, and a funny one too. I mean, come on man, what are the odds of the same person:

a. Playing the drums for Blues legends Lightnin' Hopkins, Muddy Waters, Willie Dixon and Howlin' Wolf, despite being white (and very Jewish),
b. Becoming young Tom Waits' best friend, and quite possibly his inspiration,
c. Being commemorated as the subject of a major pop hit, Rickie Lee Jones' "Chuck E.'s in Love" (1979, No. 4 on the Billboard Singles charts),
d. Hanging out with Johnny Depp and eventually becoming his business partner, and all this
e. Many years before releasing his first official album?

I had began writing the Chuck E. Weiss / Tom Waits / Rickie Lee Jones story (the three of them pictured above), but gave up because I can't possibly do a better job than this cat. So instead I'll just urge you to track down Chuck's three official albums, "Extremely Cool", "Old Souls & Wolf Tickets" and "23rd & Stout", and discover the man that could have been Tom Waits, if he hadn't chosen to become the real Lebowski instead.


Sunday, 25 March 2012

Nea Smyrni Rock City


Σκηνή από τα 80's 1: Στο μπαλκόνι του πατρικού μου, μαθητής Γυμνασίου. Χαζεύω το δρόμο, ακριβώς απέναντι μένει ο κατά μερικά χρόνια μεγαλύτερός μου drummer των Spitfire. Η μπάντα βγαίνει από το σπίτι του. Έχουν μακριά μαλλιά, κρατάνε κιθάρες. Μαζί τους είναι και μια όμορφη κοπέλα. Γέλια, πειράγματα. Τους ακολουθώ με το βλέμμα μέχρι που στρίβουν τη γωνία και χάνονται.

Σκηνή από τα 80's 2: Άλσος Νέας Σμύρνης. Ροκ συναυλία που διοργανώνει ο Δήμος. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, εμφανώς λιώμα, ανεβαίνει στη σκηνή με καθυστέρηση, τρικλίζει, πέφτει, ξεχνάει τους στίχους, διακόπτει τη μπάντα του, αρχίζει να βρίζει το κοινό. "Φύγετε! Φύγετε όλοι!". Δεν θα ξεχάσω ποτέ, εκείνη τη στιγμή, την έκφραση απελπισίας και παραίτησης στα πρόσωπα του Κυριάκου Δαρίβα και του Αλέκου Αράπη, μελών των Απροσάρμοστων που συνόδευαν πιστά τον Παύλο στα καλά και στα κακά του.

Σκηνές από τα 80's, 3 ως 101: Πλατεία Νέας Σμύρνης. Γαλαξίας. "Γουστάρω πίσσα και νικοτίνη". Πρώτες προσπάθειες για μπάντα. Μπουγέλα. Δίσκοι. Χαβαλές. Μπύρες. Ακροβάτισσα. Little Wing. Φιλάω την Κ.

...

Η Νέα Σμύρνη στα 80's είχε υπερβολικά πολλά δισκάδικα για τυπική μεσοαστική Αθηναϊκή γειτονιά. Στην Ομήρου ήταν το Record House, το μοναδικό που επέζησε ως σήμερα, ενώ απέναντι ήταν το πιο mainstream La-Si-Do. Επί της πλατείας ήταν το καλό δισκάδικο που διατηρούσε η οικογένεια της Χίλντας Παπαδημητρίου. Στην Αγίας Φωτεινής εμφανίστηκε μια μέρα, ως δια μαγείας, το δισκοπωλείο ενός καραφλοχαίτουλα ψυχεδελιάρη παλαιοροκά, που κανά-δυο χρόνια αργότερα εξαφανίστηκε χωρίς ίχνη το ίδιο ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί, αφού πρώτα μας άνοιξε τα μάτια και τα αυτιά με διάφορα Nuggets, Pebbles, J. Geils Band και Αυστραλέζικο punk. Είμαι σίγουρος ότι ξεχνάω και κάποιο ακόμα.

Η Νέα Σμύρνη δεν είχε υπερβολικά πολλές ροκ μπάντες, η πλατεία όμως λειτουργούσε ως μαγνήτης και για τους rockers των γειτονικών συνοικιών: Καλλιθέα, Μπραχάμι, Νέος Κόσμος, Παλαιό Φάληρο, όλα τα hard rock και metal συγκροτήματα της ευρύτερης περιοχής μαζεύονταν κάθε Σάββατο μεσημέρι στο Γαλαξία για καφέ. Δεν χρειάζονταν τηλεφωνήματα και συνεννοήσεις: Ήθελες να βρεις το Λάκη, τον Τάκη ή τον Ήλια; Ήξερες ότι μετά την πρόβα θα ερχόταν Γαλαξία. Γύρω στο 1988, η Πλατεία Νέας Σμύρνης ήταν το Αθηναϊκό Sunset Strip και ο Γαλαξίας το δικό μας Rainbow Bar & Grill. Θλιβερή η σύγκριση, το ξέρω, όμως αυτό είχαμε και τηρουμένων των αναλογιών τη δουλειά του την έκανε.

Αχ, η Πλατεία και το Άλσος: Πολλοί απο εμάς εκεί παρακολουθήσαμε, αλλά και δώσαμε τις πρώτες μας συναυλίες. Θυμάμαι το συμμαθητή μας τον Α., τραγουδιστή σε ροκ μπάντα από το Γυμνάσιο κιόλας, και τις θρυλικές ιστορίες που κυκλοφορούσαν ψιθυριστά για το προβάδικό τους στο οποίο άναβαν περίεργα τσιγάρα και στο οποίο έρχονταν (γκασπ!) γυναίκες! Θυμάμαι τους Spitfire, πριν από το δίσκο, να παίζουν στην πλατεία με παιδάκια να τρέχουν γύρω-γύρω από τη σκηνή, το Σιδηρόπουλο σε φάσεις καλύτερες από την προαναφερθείσα, τους Χ Mandarina Duck, τους Αντί, θυμάμαι να στήνω τα δανεικά μου πλήκτρα στο Άλσος για να παίξω με την πρώτη μου μπάντα και μετά να με πλησιάζει ο μακαρίτης ο Β. και να με ρωτάει αν θέλω να τζαμάρω και με τη δική του καμιά μέρα - αυτή έγινε η δεύτερη μου μπάντα, ενώ ο Β. και οι φίλοι του που ήταν εκείνη τη μέρα εκεί η νέα μου παρέα.

Θυμάμαι τη Νέα Σμύρνη όχι ως ένα φιλήσυχο προάστιο της Αθήνας, αλλά ως ένα πάρκο αναψυχής για εκκολαπτόμενους ροκάδες. Προφανώς και δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα, προφανώς και η οπτική μου έχει παραμορφωθεί από τα μεταλυκειακά βιώματά μου, είμαι σίγουρος ότι αν είχα μεγαλώσει στο Περιστέρι ή στο Χαλάνδρι θα είχα αντίστοιχες στιγμές να διηγηθώ, αυτό όμως δεν αλλάζει τη δική μου πραγματικότητα: Όταν ήμουν 19, ήθελα να είμαι ροκ και η Νέα Σμύρνη ήταν στο επίκεντρο της ροκιάς μου. Την αγαπώ ακόμα, κι ας την εγκατέλειψα το 1993.

Sunday, 11 March 2012

The Legend of Laito Lychee

People were talking about the band's live shows for years afterwards. That is, the lucky few who got to witness them. A couple of band members went on to greater things, the others are still active underground, but even though you get about 4,440 results when you google the least known band member's name, not a single musical note by Laito Lychee is available all over the Internet, or in record stores for that matter. Hey, remember record stores?

The few words on the band you'll find by googling are either brief references of the "before that, she used to be in a short-lived band called Laito Lychee" variety, or enthusiastic dithyrambs by an American music journalist, Douglas Wolk. Well, Mr. Wolk is right: Laito Lychee
was probably the best band that you have never heard of.

Laito Lychee was only around for a few months. Hell, this was a band so obscure that not even the people in the band knew the band's name: On her personal website the drummer spells it "Laito Lychee" the same way it appeared on concert flyers and in 90's magazines (including SPIN, once), while a couple of other band members spell it "Leitoh Lychee" the same way it appeared on the track listing of their only official release.

They played in public maybe 5, no more than 10 times. They recorded a total of two songs (combined running time, 1 minute 40 seconds) that were included in a compilation CD titled "Pop Goes the Weasel 1", which was released in 1994 by Japanese label K.O.G.A. Records and is impossible to find. You could catch a glimpse of them on the 1997 VHS video documentary "Riot Grrrl New York City" if you could find one of the few existing copies, all of them archived at remote public libraries in North America. So, when I say they were the best band ever, I guess you'll just have to take my word for it.

It was on January 5, 1994, that I fell in love with Laito Lychee, on my first ever visit to New York City while on new year's break from Syracuse U. I had a free pass for that night's four-band showcase at the Knitting Factory on East Houston Street:

Spanish Fly
The Figgs
Laito Lychee
Fat Jesus Ensemble featuring John Zorn

If memory serves me right I had bluffed my way to a free pass
, penniless grad student that I was, via the Figgs' publicist or something, even though as an aspiring future NYC hipster my real motivation to attend the show was, of course, John Zorn. It goes without saying that I had no clue who or what Laito Lychee was.

So. I remember the feeling of awe upon entering the Knitting Factory, that temple of NYC avant garde, for the first time. On the other hand I don't remember a single thing about Spanish Fly, I hazily remember the Figgs, and my most vivid memory of
John Zorn is that he had a didgeridoo player on stage with him. Really. But the moment Laito Lychee hit the stage, I will never in my life forget.

First of all, it was what they looked like: It's not just that four of the five band members were girls, I'd seen plenty of shows by girl bands before. But they had two singers, one intellectual-looking and the other a babyfaced Japanese chick who also played violin, and another skinny Japanese girl on guitar. The fourth girl, on drums, was really scary but in a sexy sort of way. The only guy in the band played bass and before the band even plugged in I had already started fantasizing about taking his place.

And then they started playing their songs. And it was glorious. It was noisy and chaotic and beautiful and great fun, the intellectual-looking girl doing a lot of spoken word stuff over monstrous hardcore punk riffs and it was sort of like a teenage
Patti Smith fronting the Boredoms or the Stooges or something, and then the babyfaced Japanese violin player opened her mouth, this small, cuddly, cute as a button girl opened her mouth and started SCREAMING LIKE A DEMON FROM THE DARKEST PITS OF HELL. I didn't know if I wanted to dance, mosh, laugh, jump on stage and hug a Japanese girl or all of the above, but it was the most fun I've ever had with my clothes on. After that show I was convinced that Laito Lychee would release the album of the decade, but then they broke up. Who knows why, perhaps they couldn't agree on whether the band should be called Laito Lychee or Leitoh Lychee.

Miho Hatori
and Yuka Honda, the two Japanese girls, formed Cibo Matto and started hanging out with Yoko Ono and Sean Lennon and that drummer dude from the Jon Spencer Blues Explosion and other famous people, Miho even sang on the first Gorillaz album. Shayla Hason, the intellectual, is still doing interesting intellectual artsy stuff and is a professional photographer in Portland. Laura Cromwell, the sexy scary drummer, has played with about 100 of the coolest bands in New York, my favorite one being Golem. Rick Lee, the guy, went on to play in another great cult NY band, Skeleton Key, as well as in the Miho/Yuka side project Butter 08. I love all that stuff, but none of it ever came close to Laito Lychee at the Knitting Factory. None.

Friday, 17 February 2012

Το Κορίτσι με το Fiesta

Είναι δύσκολα τα πρωινά. Με όλη αυτή την κατάσταση ο κόσμος έχει χάσει τον ύπνο του, ξυπνάνε όλοι στις 5 τα χαράματα από την αγωνία αν θα τα βγάλουν πέρα, αν θα μπορούν να πληρώσουν το νοίκι ή το στεγαστικό τον άλλο μήνα, και άμα σηκωθείς δεν ξανακοιμάσαι. Στις 7:30 το πρωί που ξεκινάω για τη δουλειά οι διαβάτες στο δρόμο είναι σκυθρωποί, κανείς δεν λέει καλημέρα στον άλλον όπως παλιά. Οι οδηγοί, ακόμα και αυτοί με τα θηριώδη 4Χ4, μοιάζουν στην έκφραση με οδηγούς νεκροφόρας. Ομαδική κατάθλιψη.

Εκείνο το πρωί είχα κι εγώ τις μαύρες μου. Ευχαριστιόμουν όμως τη μαυρίλα μου ακούγοντας μέσα στο αυτοκίνητο μια παλιά promo συλλογή, Sub Pop της post-Nirvana περιόδου: Afghan Whigs "True Love Travels on a Gravel Road", Mark Lanegan "Mockingbird", το οδηγικό soundtrack που είχα επιλέξει για την ημέρα ταίριαζε και με τη συννεφιά, και με το ψοφόκρυο, και με τις ακάλυπτες επιταγές των πελατών. Πιο μαυρίλα από Lanegan, κόβεις φλέβες. Και τότε, περιμένοντας το φανάρι στο ύψος του Νομισματοκοπείου να γίνει πράσινο, έριξα μια ματιά στον καθρέφτη του αυτοκινήτου.

Ακριβώς πίσω μου ήταν ένα ελαφρώς ταλαιπωρημένο μαύρο Ford Fiesta. Το οδηγούσε μια κοπελίτσα, γύρω στα 25 ή κάτι παραπάνω, βαμμένη διακριτικά, ντυμένη στην corporate τρίχα. Όχι ακριβά ρούχα, για Zara τα έκοψα. Αν έπρεπε να στοιχηματίσω για το τι δουλειά κάνει, θα έβαζα τα λεφτά μου στο "Assistant Brand Manager σε εταιρεία καταναλωτικών προϊόντων ταχείας κυκλοφορίας" ή στο "Junior Account Executive σε διαφημιστική". Μάλλον στο Assistant Brand Manager όμως, οι διαφημιστικές δεν ανοίγουν τόσο νωρίς το πρωί.

Γιατί θυμάμαι τόσες λεπτομέρειες; Μα επειδή σε μια Μεσογείων που έμοιαζε με ποτάμι από λαμαρίνες γεμιστές με κατσούφηδες, το κορίτσι μέσα στο Fiesta ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που χαμογελούσε. Και όχι μόνο χαμογελούσε: Κουνούσε επίσης ρυθμικά το κεφάλι της, φαινόταν σε κάποιες φάσεις να τραγουδάει (όχι συνέχεια όμως, φαίνεται ότι δεν ήξερε όλους τους στίχους) και έπαιζε air drums χτυπώντας με τα χέρια της το τιμόνι. Βρήκα το θέαμα συναρπαστικό, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από τον καθρέφτη, μέχρι που το πράσινο φανάρι με ανάγκασε να γυρίσω μπροστά και να ξεκινήσω.

Μέχρι το επόμενο κόκκινο φανάρι έριχνα κλεφτές ματιές στον καθρέφτη όποτε μπορούσα και όταν σταματήσαμε ξανακοίταξα. Το Fiesta ήταν ακόμα ακριβώς πίσω μου και η κοπέλα, που δεν είχε σταματήσει στιγμή να χορεύει, σταματημένη τώρα στο κόκκινο τραγουδούσε με μισόκλειστα μάτια. Άρχισα να αναρωτιέμαι τι άκουγε εκείνη τη στιγμή. Ένας Θεός ξέρει, με την corporate στολή δεν τους ξεχωρίζεις, το στερεοφωνικό του αυτοκινήτου της θα μπορούσε να παίζει από Βανδή μέχρι Lana Del Rey και δεν διαβάζω χείλη τόσο καλά ώστε να μπορώ να καταλάβω τι τραγουδούσε κοιτάζοντας από καθρέφτη και μέσα από δύο παρμπρίζ. Είχα όμως μια φαντασίωση, ότι ακούει Beatles. Ή κάτι σαν Beatles αλλά μεταγενέστερο, στο σενάριο του μυαλού μου την έβαλα πρώτα να ακούει Smithereens, το "She's Got a Way" ίσως, μετά όμως συνειδητοποίησα ότι είναι πολύ μικρή για να θυμάται τους Smithereens και άρχισα να καλλιεργώ τη φρούδα ελπίδα ότι ακούει κάποιο πρόσφατο τέλειο power pop κομμάτι, σαν αυτά που περιλαμβάνονται στο "The Double Cross" των Sloan. Ναι, αυτό είναι, ακούει Sloan. Ελπίζω.

Προχωρούσαμε έτσι μέχρι το τέλος της Μεσογείων, ή μάλλον την αρχή της: Αυτή να χαμογελά και να τραγουδά, εγώ να κλέβω ματιές και να χαίρομαι που ένας τουλάχιστον άνθρωπος σε αυτή την πόλη περνάει καλά. Το κορίτσι με το Fiesta συνέχισε ευθεία για Βασιλίσσης Σοφίας, εγώ έστριψα αριστερά για Μιχαλακοπούλου. Στις 7:50 που πάρκαρα κάτω από το γραφείο, χαμογελούσα κι εγώ.





Saturday, 4 February 2012

Συναυλία στο Πάρκο


Ψιχαλίζει γαμώτο. Απόψε έχει υπαίθρια συναυλία της Metropolitan Opera, Βέρντι, Ριγκολέτο για την ακρίβεια, στο Central Park. Έχεις πιάσει τα διακριτικά σήματα που εκπέμπουν οι κοπέλες της παρέας, είναι διαθέσιμες, εδώ και μέρες σχεδιάζεις την αποψινή βραδιά μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια (τι κρασί θα φέρεις, πώς θα καταφέρεις να ξεμοναχιάσεις μια από αυτές σε κάποια γωνιά του πάρκου, τις καλύτερές σου ατάκες για να την κάνεις να γελάσει και να αισθανθεί όμορφη), απόψε θα ήταν η τέλεια ευκαιρία αλλά λογάριασες χωρίς τον ξενοδόχο: Θα βρέξει.

Σε μια ώρα έχετε ραντεβού και δεν έχει σταματήσει να ψιχαλίζει ούτε στιγμή από το πρωί. Το μόνο πράγμα μουντότερο από τον ουρανό αυτή τη στιγμή είναι η διάθεση σου, βλέποντας ότι το σχέδιό σου καταρρέει. Ευτυχώς όμως ο Σπύρος παίρνει για να σου πει ότι τηλεφώνησε στους υπευθύνους του πάρκου και ότι η παράσταση δεν πρόκειται να αναβληθεί βρέξει-χιονίσει, ο κόσμος να χαλάσει. Πολύ καλό αυτό, αν έμαθες κάτι ξοδεύοντας τα καλοκαίρια των νεανικών σου χρόνων μούσκεμα ως το μεδούλι στους βάλτους της Αγγλίας, σε τριήμερα ροκ φεστιβάλ που συνέπεπταν χωροχρονικά με τριήμερες καταιγίδες, είναι ότι η λάσπη και το κρύο, σε συνδυασμό με μουσική, μας φέρνουν πιο κοντά σε τρυφερές και αδύναμες υπάρξεις. Τώρα πλέον εύχεσαι μόνο να μη σας στήσουν οι πιτσιρίκες. Θα 'ναι άραγε στο εστιατόριο όπου θα συναντήσεις τον Σπύρο σε λίγο;

Μάλλον όχι. Ο Σπύρος κάθεται μόνος και κατεβάζει τις μπιφτεκάρες του στον Μπάρμπα-Νίκο, την αγαπημένη του Ελληνική ταβέρνα εδώ στο West Side της Νέας Υόρκης. Το πρώτο πράγμα που κάνεις μπαίνοντας είναι να παραγγείλεις στον ταβερνιάρη φραπέ, μέτριο, με λίγο γάλα: ποτέ δεν θεώρησες εαυτόν φραπαιδαρά, αλλά η ξενιτιά σου βγάζει κάποια τέτοια στοιχεία στην επιφάνεια.

"Μπα, πώς και στην ώρα σου σήμερα;" απευθύνει χαιρετισμό ο Σπύρος.
"Σκασμός ανόητε, και μη μιλάς με γεμάτο το στόμα. Πού είναι ο υπόλοιπος κόσμος;"
"Όπου να 'ναι έρχεται ο Φίλιππος. Τις Γαλλίδες θα τις συναντήσουμε εκεί πέρα στις εφτάμισι."

Οι Γαλλίδες, τι φοβερή παρέα κι αυτή! Η μια πιο ωραία από την άλλη, της κοψιάς που ο παππούς σου αποκαλούσε "όλο ζουμί και το κουκούτσι μύγδαλο", και ξύπνιες κιόλας επιπλέον ως extra bonus. Δεν μπορείς να πιστέψεις την τύχη σου, να μπλέξεις μ' αυτή την παρέα μόλις έφτασες στην πόλη. Το κακό όμως είναι ότι σου αρέσουν και οι τρεις, η κάθε μια για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικό τρόπο, κι άμα μπλέξεις με τη μια εννοείται ότι θα πρέπει να ξεχάσεις τις άλλες δυο. Και φυσικά ως γνήσιος Ζυγός (παρόλο που εσείς οι Ζυγοί δεν πιστεύετε στα ζώδια), δεν μπορείς να κατασταλάξεις: Ποια από τις τρεις σ' αρέσει περισσότερο; Ξέρεις, αλλά φοβάσαι μήπως στοχεύεις πολύ ψηλά, έτσι δεν είναι; Ίσως το κρασί απόψε σε βοηθήσει να αποφασίσεις και να κινηθείς επιτέλους, τι στο διάολο, τα τελευταία δέκα χρόνια το αλκοόλ δε σ' έχει προδώσει ποτέ σε θέματα τέτοιων καίριων αποφάσεων.

"Νίκο, καφέ". Ο τρίτος Έλληνας της αποψινής παρέας δίνει το παρασύνθημα στον εστιάτορα πριν ακόμα περάσει καλά-καλά το κατώφλι της ταβέρνας. Βρε καλώς το Φίλιππα, γιατί άργησες, πού είναι η δικιά σου κι όλα τα σχετικά. Η "δικιά" του, μια γλυκιά Λατίνα seniorita ονόματι Patricia, θα σας συναντήσει κι αυτή στο πάρκο στις εφτάμισι.

Περίεργη πόλη η Νέα Υόρκη. Οι ουρανοξύστες που σε περικυκλώνουν δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για το πού ακριβώς βρίσκεσαι, όμως κάτι γωνιές σαν του Μπάρμπα-Νίκου, μια τρύπα στον τοίχο ανάμεσα στους γυάλινους γίγαντες όπου τρεις Έλληνες κάθονται τούτο το απόγευμα πίνοντας φραπέ, μιλώντας για γυναίκες, για ποδόσφαιρο, για μουσική, σε κάνουν να νοιώθεις λες και βρίσκεσαι σπίτι. Αισθάνεσαι πως βγαίνοντας θ' αντικρύσεις την Ακρόπολη στο βάθος λες και τόση ώρα καθόσουνα σε κάποιο κουτούκι στο Κουκάκι, κι όχι στην καρδιά της γειτονιάς που οι ίδιοι της οι κάτοικοι αποκαλούν "Hell's Kitchen". Όταν βγαίνεις έξω και η φαντασίωση αποσυντίθεται χάνεις προσωρινά την ισορροπία σου, δε βαριέσαι όμως, τουλάχιστον η αποψινή βραδιά προβλέπεται ενδιαφέρουσα και ταξί βρίσκεις πιο εύκολα εδώ απ' ότι στο κέντρο της Αθήνας.

"102nd Street and 5th please, take Central Park West". Πρωτοφανές στα χρονικά της Νέας Υόρκης, ο Ινδός (ή Πακιστανός ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) ταξιτζής ξέρει αρκετά Αγγλικά ώστε να το πιάσει με την πρώτη. Διασχίζοντας το Central Park, ο προορισμός σας φαίνεται από το αριστερό παράθυρο του ταξί: Η σκηνή καλυμμένη από μια άσπρη τέντα που προφυλάσσει την ορχήστρα από την πιθανή καταιγίδα και στους λοφίσκους τριγύρω χιλιάδες άνθρωποι, απτόητοι από τη σημερινή απρόσμενη επιδείνωση του καιρού, καθιστοί ή ξαπλωμένοι στο γρασίδι. Αργήσατε, μάλλον δεν θα βρείτε καλή θέση.

Βγαίνοντας από το ταξί ο Φίλιππος τρέχει να βρει την Patricia, ενώ ο Σπύρος κι εσύ εντοπίζετε τις Γαλλίδες. Η Veronique και η Coreen είναι ήδη εκεί, η Florian τελικά δεν θα 'ρθει. Ωραία, οι νέες εξελίξεις απλοποιούν το πρόβλημα σου κατά το εν τρίτο.

Η Veronique είναι η πιο όμορφη από τις Γαλλίδες. Ως συνήθως είναι μια κούκλα, ένας κομψός ξανθός άγγελος ντυμένος στα μαύρα, η προσωποποίηση της θηλυκότητας. Η Coreen όμως ξυπνάει το ζώο μέσα σου με τα κλασικά μεσογειακά χαρακτηριστικά της, το μαγνητικό της βλέμμα κι ένα κορμί που σκοτώνει. Όπως είχατε κανονίσει, εσείς φέρατε το κρασί, αυτές τα φαγώσιμα: Τυριά διάφορα, fois gras, Γαλλικό ψωμί και σταφύλι. Το τέλειο πικ-νικ!

Όλοι εδώ; Ωραία, ας προχωράτε σιγά-σιγά προς τη σκηνή. Η Coreen σου μιλάει για τα ψώνια που έκανε σήμερα, ενώ προσποιείσαι ότι ενδιαφέρεσαι βαθύτατα για τα παπούτσια που αγόρασε. Πίσω σου προχωράει ο Φίλιππος, μιλάει με την Patricia. Ο Σπύρος έχει πιάσει την Veronique αγκαζέ και ζηλεύεις. Γιατί ζηλεύεις άραγε, αφού ξέρεις δεν τρέχει τίποτα μεταξύ τους;

Γύρω σας το γρασίδι είναι γεμάτο από παρέες και ζευγαράκια, χαρούμενα πρόσωπα που μοιάζουν σα να βγήκαν από κάποιο επεισόδιο του "Friends". Κουβεντιάζουν, γελάνε, φλερτάρουν και αγνοούν επιδεικτικά την επερχόμενη μπόρα. Σου κάνει εντύπωση ο χαμηλός μέσος όρος ηλικίας, δεν περίμενες τόσους πολλούς εικοσάρηδες και παρέες της γενιάς σου σε παράσταση Βέρντι υπό βροχή. Κοίτα να δεις τελικά που έχετε και επίπεδο!

A, ωραία - να ένα βολικό και σχετικά στεγνό σημείο για ν' αράξετε: Αρκετά κοντά στη σκηνή ώστε να ακούτε καλά και να βλέπετε τι γίνεται, και αρκετά μακριά ώστε να λέτε τις σαχλαμάρες σας χωρίς να ενοχλείτε τους αληθινούς φίλους της όπερας. Απλώνετε την κουβέρτα, βγάζετε τα παπούτσια, η Veronique κάθεται ακριβώς μπροστά σου ενώ η Coreen ντριμπλάρει τον Φίλιππο για να καθήσει δίπλα σου. Καλό σημάδι αυτό, σκέφτεσαι αναγνωρίζοντας στις κινήσεις της τη γνώριμη μανούβρα της εφηβείας σου. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ, και δεν μπορείς να συγκρατήσεις ένα χαμόγελο...

Το πρώτο μπουκάλι κρασί ανοίγει, Κάβα Μπουτάρη κόκκινο, 1992. Από τα αξιοπρεπή Ελληνικά κόκκινα ευρείας κυκλοφορίας, που τα βρίσκεις κι εδώ στην Αμερική. Ο τύπος που έχει αράξει στη διπλανή κουβέρτα με την ξανθούλα όμως σου έβαλε τα γυαλιά, ο θεός κουβάλησε καλά κρυστάλλινα κρασοπότηρα ενώ εσείς πρέπει να συμβιβασείτε με πλαστικά κυπελλάκια. Του βγάζεις το καπέλο και κρατάς σημειώσεις για μελλοντική χρήση, γηράσκεις αει διδασκόμενος.

Η ορχήστρα κουρδίζει, το βουητό μυριάδων συζητήσεων περί τίποτα του συγκεκριμένου κοπάζει. Η προσοχή των πάντων στρέφεται προς τη σκηνή απ' όπου ξεχύνεται μια γλυκιά μελωδία, "Questa O Quella": ο μέγας μπήχτης Δούκας της Mantua καμακώνει την κόμισσα Ceprano μπροστά στα μάτια του άντρα της. Δίπλα σου η Coreen πίνει μια γουλιά από το κρασί της και σου χαμογελάει. Ανταποδίδεις το χαμόγελο, αλλά μόλις στρέφει την προσοχή της προς τη σκηνή το βλέμμα σου κολλάει σα μαγνητισμένο στην τέλεια καμπύλη της μέσης της Veronique, την άψογη πλάτη της, το μακρύ, λευκό λαιμό της. Είναι τόσο τέλεια που μοιάζει σχεδόν ψεύτικη, δεν χορταίνεις να την κοιτάς, αλλά φοβάσαι να την ακουμπήσεις, φοβάσαι μην ανακαλύψεις ότι όντως είναι ψεύτικη, φοβάσαι μήπως τα χέρια σου πιάσουν αέρα και περάσουν από μέσα της σαν σε ταινία επιστημονικής φαντασίας, ότι δεν είναι παρά μια οπτασία. Ή απλώς φοβάσαι ότι θα φας χυλόπιτα. Στη σκηνή ο Ριγκολέτο, ο γελωτοποιός του Δούκα, περιπαίζει τον αβοήθητο κερατά Κόμη Ceprano, αλλά νοιώθεις σα να κοροϊδεύει εσένα που σκέφτεσαι τέτοιες βλακείες.

Όσο η μελωδία και η πλοκή χτίζονται τόσο δυναμώνει και η βροχή, έχετε όμως τσιγάρα και κρασί για ζεστασιά. Η Coreen κολλάει πάνω σου, οι ορμόνες βαράνε overdrive και παίρνεις την απόφασή σου. Το διάλειμμα κοντεύει, η βροχή σταματάει, το φεγγάρι ξεπροβάλλει πάνω από τον ουρανό της Νέας Υόρκης, ώρα να δράσεις.

"Πάμε μια βόλτα;" Ψιθυρίζεις στο αυτί της Coreen. Σε κοιτάει. Χωρίς να πει λέξη σηκώνεται, προχωράτε προς τους λόφους στο βάθος, πέρα από το γήπεδο του baseball, ενώ οι τελευταίες νότες της πρώτης πράξης σας ξεπροβοδίζουν.

Απέραντο είναι αυτό το πάρκο, ή τουλάχιστον έτσι σου φαίνεται τώρα καθώς βαδίζετε για μερικά λεπτά που σου φαίνονται ως αιωνιότητα, σε αναζήτηση μιας ήσυχης γωνιάς, πριν τελικά αράξετε στη ρίζα ενός γέρικου πεύκου. Το χαρούμενο βουητό του αόρατου από εδώ κοινού που ξεμουδιάζει όσο η ορχήστρα παίρνει μια ανάσα, τα πιτσιρίκια στο βάθος που κλωτσάνε ένα τόπι, τα φώτα του Χάρλεμ πέρα από τα βόρεια όρια του πάρκου, και η Coreen αντίκρυ σου... Βγάζεις από την τσέπη την πιστή σου ταμπακιέρα, στρίβεις ένα joint, το ανάβεις, ξαπλώνεις στο υγρό γρασίδι. Η Γαλλίδα παίρνει μια τζούρα, ξαπλώνει πλάι σου.

Ξέρεις ελάχιστα πράγματα γι' αυτήν, αυτή ακόμα λιγότερα για εσένα, αλλά ίσως είναι καλύτερα έτσι. Της χαϊδεύεις τα μαλλιά, το μάγουλο, το λαιμό, ανταποκρίνεται στο άγγιγμα σου σα γάτα, τεντώνεται, τρίβεται στο χέρι σου. Το φιλί σας είναι υγρό, στα χείλη της γεύεσαι κρασί, μαριχουάνα και υγρό γρασίδι, όλα μονομιάς. Για μια στιγμή δεν υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο εκτός από τους δυο σας, ακόμα και η Veronique δεν είναι παρά μια αχνή, θολή εικόνα στο μυαλό σου μέχρι που οι μακρινοί ήχοι της ορχήστρας ζωντανεύουν τις σκέψεις του Δούκα για τη αληθινή του αγάπη, την Gilda, "Parmi Veder De Lagrime". Το διάλειμμα τελείωσε, πάτε να βρείτε τους άλλους.

Φτάνετε ακριβώς τη στιγμή που ο Φίλιππος στραγγίζει το τελευταίο μπουκάλι κρασί στο ποτήρι της Patricia. Στον κόσμο τους αυτοί οι δυο, αμφιβάλλω αν πήραν καν χαμπάρι ότι λείπατε τόση ώρα. Η Veronique έχει αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του Σπύρου, ο οποίος σου κλείνει το μάτι.

"Καλή η μικρή";

"Καλή". Δε το λες αρκετά πειστικά όμως. Πώς θα μπορούσες, αφού κάθε φορά που βλέπεις τη Veronique τρελλαίνεσαι; Η Coreen ξαπλώνει, χρησιμοποιώντας το στήθος σου ως μαξιλάρι. Παίζεις με τα μαλλιά της και τρέχεις τα δάχτυλα σου στα χείλη της, αλλά στο μυαλό σου έχεις τη Veronique και νιώθεις τύψεις. "La Donna E Mobile", φτερό στον άνεμο γυναίκας μοιάζει, τραγουδάει ο Δούκας. Αυτή τη στιγμή όμως το φτερό είσαι εσύ, και η σκέψη σου γαμάει το μυαλό. Όχι ότι αυτό θα σε σταματήσει απόψε βέβαια, ποτέ δεν σ' έχει σταματήσει. Απλώς θα σε κάνει να νοιώθεις σκατά για όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, μετά θα το ξεπεράσεις και φτου κι απ' την αρχή. Προσπαθείς όμως να βάλεις τις μεταφυσικές σου ανησυχίες στην άκρη για τώρα, η Coreen σε θέλει απόψε και είσαι υποχρεωμένος από τον ανδρικό κώδικα τιμής να επιτελέσεις το καθήκον σου.

Τελευταία σκηνή: Η κόρη του Ριγκολέτο πεθαίνει στην αγκαλιά του πατέρα της ζητώντας συγχώρεση. Χειροκρότημα, υπόκλιση του μαέστρου, ο κόσμος σηκώνεται, πιστή στο ραντεβού της η βροχή ξαναρχίζει. Η νύχτα είναι ακόμα νέα, ούτε καν 11 δεν έχει πάει. Η βραδιά θα συνεχιστεί κάπου αλλού. Την άλλη εβδομάδα στο πάρκο έχει πάλι Βέρντι, La Traviata...

13 Ιουνίου 1995

Sunday, 22 January 2012

I Was a Teenage Movie Geek Too

Έχοντας διατελέσει στο παρελθόν και επί σειρά ετών ο μοναδικός, παγκοσμίως, συντάκτης περιοδικού μοτοσικλέτας που δεν έχει οδηγήσει ποτέ στη ζωή του μοτοσικλέτα (a true story), η πρόταση του φίλου Άκη Καπράνου να γράψω στο movieworld.gr παρόλο που πηγαίνω πλέον σπανίως σινεμά μου φάνηκε απόλυτα φυσιολογική.

Καθώς μάλιστα εξασφάλισα από τον Άκη carte blanche να γράψω ό,τι θέλω, θεώρησα επίσης απόλυτα φυσιολογικό να επιλέξω να καταπιαστώ με ένα θέμα για το οποίο γνωρίζω ακόμα λιγότερα πράγματα από όσα γνωρίζω για τον κινηματογράφο: Τις γυναίκες.

Δεν ξέρω αν θα υπάρξει συνέχεια στη συγκεκριμένη συνεργασία, μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Σε κάθε περίπτωση όμως διασκέδασα γράφοντας το κομματάκι, με έκανε να θυμηθώ άλλες, πιο αθώες εποχές, κι ελπίζω να σας αρέσει. Θα το βρείτε κάνοντας κλικ εδώ:

Monday, 9 January 2012

Everything I Ever Wanted To Know About Love I Learned From David Coverdale (Ή, Αν Το Θέλεις, Έλα Πάρτο)


I was born under a bad sign, left out in the cold
I'm a lonely man who knows just what it means to lose control


Η ψυχανάλυση αναφέρει πως κάθε αγόρι που μεγαλώνει χρειάζεται ένα ισχυρό και υγιές ανδρικό πρότυπο ώστε να αναπτύξει ολοκληρωμένη ταύτιση με το φύλο του και να αποδεχθεί το σεξουαλικό του ρόλο. Νομίζω πως στην περίπτωσή μου το πρότυπο αυτό ήταν ο David Coverdale. Συγγνώμη μπαμπά.

Ο Coverdale, με τα μακριά του μαλλιά (που εγώ ως καλό παιδί δεν επιτρεπόταν να αφήσω πριν ενηλικιωθώ), με τη βραχνή bluesy φωνή του και με το σήμα κατατεθέν μικρόφωνο-φαλλικό σύμβολο, εκπροσωπούσε όλα όσα φαντασιωνόταν ένας μαθητής γυμνασίου στην Αθήνα των 80's. Κυρίως όμως αυτό που πάντα αγαπούσα ήταν οι στίχοι του:

I can never deny all the sweet things I have tasted
Tho' I've been mistreated, I keep coming back for more

Μονίμως καψούρης, τη μία επιβήτορας και την άλλη θύμα κάποιου κακούργου θηλυκού, στα τραγούδια του πραγματευόταν σχεδόν αποκλειστικά αυτά που πραγματευόταν (σχεδόν αποκλειστικά) και το δικό μου, τρελλαμένο από τις ορμόνες, εφηβικό μυαλό. Όχι ότι είχα και καμιά τρομερή ερωτική ζωή τότε βέβαια (προσέξτε το "τότε" - αφήνει υπονοούμενα για την ερωτική μου ζωή σήμερα χωρίς να επιβεβαιώνει ή να διαψεύδει κάτι. Καλό, έτσι;), όπως και να 'χει όμως οι στίχοι του Coverdale αποτελούσαν ιδανική εξωτερίκευση των απωθημένων μου.

You never leave her alone, I can see you never learn
When you're playing with fire you get your fingers burned

Και καθαρά μουσικά όμως, όταν μιλάμε για τους Whitesnake μιλάμε για μια πραγματικά σπουδαία μπάντα. Εννοείται ότι αναφερόμαστε πάντα στην περίοδο 1978-83, άντε μέχρι το 1985, πριν από την περμανάντ, τις ανταύγειες, την Tawny και τα U.S. charts, έτσι; Οι αληθινοί Whitesnake ήταν με τον Coverdale καστανό και με τουλάχιστον δύο μουστακαλήδες στη σύνθεσή τους. Αυτοί λοιπόν, οι αληθινοί Whitesnake, ήταν πιο blues από τους Led Zeppelin, πιο soul από τους Bad Company, και βασικά πιο νέγροι από οποιονδήποτε σύγχρονό τους λευκό ροκ μουσικό. Σε πολλά σημεία των πρώτων τους albums, o ήχος θυμίζει περισσότερο Ike & Tina Turner περιόδου "Come Together" (1969) παρά ο,τιδήποτε άλλο. Σημαντικό ρόλο σ' αυτό έπαιζε ο ίδιος ο Coverdale, που έβγαζε στο μικρόφωνο κάβλα αντίστοιχη μιας αρσενικής Tina Turner.

Roll me over, make be bleed,
I'd dance with the devil τo get what I need.

Ποτέ δεν συγχώρησα τον Coverdale για την στροφή του 1987. Το μόνο που τον σώζει, μυθιστορηματικά, είναι το γεγονός ότι τα εκατομμύρια που έβγαλε χάρη σ' εκείνο το εμπορικό ξεπούλημα, του τα έφαγε μέχρι τελευταίας Αγγλικής λίρας (ποιος άλλος) μια γκόμενα. Κι έτσι τώρα στα γεράματα, here he goes again on his own, going down the only road he's ever known, like a drifter he was born to walk alone, έχοντας χάσει πια τη φωνή του αλλά εξακολουθώντας να κραδαίνει το μικρόφωνο-φαλλό, βγάζει μεροκάματο για να το ξοδέψει κι αυτό σε κρασί, γυναίκες και τραγούδι.